ἱερόγλωσσος

  • 1 ιερόγλωσσος — η, ο (Α ἱερόγλωσσος, ον) αυτός που έχει ιερή, προφητική γλώσσα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιερ(ο) * + γλωσσος (< γλώσσα), πρβλ. ηδύ γλωσσος, χρυσό γλωσσος] …

    Dictionary of Greek

  • 2 ἱερογλώσσου — ἱερόγλωσσος of prophetic tongue masc/fem/neut gen sg …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 3 ἱερογλώσσων — ἱερόγλωσσος of prophetic tongue masc/fem/neut gen pl …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 4 γλώσσα — I Όργανο με το οποίο ο άνθρωπος αναλύει και αντικειμενοποιεί την εμπειρία του με τη βοήθεια φωνητικών συμβόλων (λέξεων) που έχουν διαφορετική μορφή και διαφορετικές αμοιβαίες σχέσεις σε κάθε ιστορική κοινότητα. Πιο συγκεκριμένα, λέγοντας γ.… …

    Dictionary of Greek

  • 5 ιερ(ο)- — α συνθετικό λέξεων τής Αρχαίας, Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής με σημαντική παραγωγικότητα, που προσδίδει στο β συνθετικό τη σημασία «ιερός, θείος, άγιος, αφιερωμένος στον θεό». Επί πλέον, στη Νέα Ελληνική απαντά ως α συνθετικό όρων τής ανατομίας …

    Dictionary of Greek

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.