ἱερόγλυφος

  • 1 ιερογλύφος — ο (Α ἱερογλύφος) αυτός που χαράζει ιερογλυφικά γράμματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιερ(ο) * + γλύφος (< γλύφω), πρβλ. ξυλο γλύφος, σμιλι γλύφος] …

    Dictionary of Greek

  • 2 ἱερογλύφους — ἱερόγλυφος carver of hieroglyphics masc acc pl …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 3 Hieroglyph — wiktionary|hieroglyphHieroglyph (Greek gr. ἱερογλύφος sacred carving ) or hieroglyphics ( = gr. τὰ ἱερογλυφικά [γράμματα] ) may refer to: *Egyptian hieroglyphs **Cursive hieroglyphs *more generally, a character of any logographic or partly… …

    Wikipedia

  • 4 Hieroglyphe — Hiéroglyphe Écriture hiéroglyphique Hiéroglyphes sur le temple de Kôm Ombo Caractéristiques Type logogrammes et phonogrammes …

    Wikipédia en Français

  • 5 Hiéroglyphes — Hiéroglyphe Écriture hiéroglyphique Hiéroglyphes sur le temple de Kôm Ombo Caractéristiques Type logogrammes et phonogrammes …

    Wikipédia en Français

  • 6 Hyérogliphes — Hiéroglyphe Écriture hiéroglyphique Hiéroglyphes sur le temple de Kôm Ombo Caractéristiques Type logogrammes et phonogrammes …

    Wikipédia en Français

  • 7 Medou-netjer — Hiéroglyphe Écriture hiéroglyphique Hiéroglyphes sur le temple de Kôm Ombo Caractéristiques Type logogrammes et phonogrammes …

    Wikipédia en Français

  • 8 Medouneter — Hiéroglyphe Écriture hiéroglyphique Hiéroglyphes sur le temple de Kôm Ombo Caractéristiques Type logogrammes et phonogrammes …

    Wikipédia en Français

  • 9 Иероглиф — У этого термина существуют и другие значения, см. Иероглиф (значения). Египетские иероглифы Иероглиф (др. греч …

    Википедия

  • 10 Иероглифическое письмо — Египетские иероглифы Иероглиф (греч. ἱερογλύφος, от ἱερός  священный и γλύφειν  резно …

    Википедия

  • 11 Иероглифы — Египетские иероглифы Иероглиф (греч. ἱερογλύφος, от ἱερός  священный и γλύφειν  резно …

    Википедия

  • 12 Hiéroglyphe égyptien — Pour les articles homonymes, voir Hiéroglyphe (homonymie). Écriture hiéroglyphique Hiéroglyphes sur le temple de Kôm Ombo …

    Wikipédia en Français

  • 13 ιερ(ο)- — α συνθετικό λέξεων τής Αρχαίας, Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής με σημαντική παραγωγικότητα, που προσδίδει στο β συνθετικό τη σημασία «ιερός, θείος, άγιος, αφιερωμένος στον θεό». Επί πλέον, στη Νέα Ελληνική απαντά ως α συνθετικό όρων τής ανατομίας …

    Dictionary of Greek

  • 14 ιερογλυφία — ἱερογλυφία, ἡ (Α) [ιερογλύφος] η ιερογλυφική γραφή …

    Dictionary of Greek

  • 15 ιερογλυφικός — ή, ό (ΑΜ ιερογλυφικός, ή, όν) [ιερογλύφος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον ιερογλύφο, αυτός που αναπαριστάνεται με συμβολικές εικόνες («ιερογλυφική γραφή») 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα ιερογλυφικά (ενν. γράμματα) τα συμβολικά σημεία τής… …

    Dictionary of Greek

  • 16 ιερογλυφιστί — ἱερογλυφιστί (Α) [ιερογλύφος] επίρρ. με ιερογλυφικούς χαρακτήρες …

    Dictionary of Greek

  • 17 ιερογλυφώ — ἱερογλυφῶ, έω (ΑΜ) [ιερογλύφος] χαράζω ιερογλυφικά σύμβολα …

    Dictionary of Greek

  • 18 συνιερογλύφος — ὁ, Α [ἱερογλύφος] αυτός που ασκεί μαζί με άλλον το έργο τού ιερογλύφου …

    Dictionary of Greek

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.