ἔμβαρος

  • 1 ἔμβαρος — of weighty sense masc/fem nom sg …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 2 έμβαρος — Μυθολογικό πρόσωπο. Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, καταγόταν από την Αθήνα. Προσφέρθηκε να θυσιάσει την κόρη του όταν η πόλη απειλήθηκε με λοιμό, επειδή σκοτώθηκε η ιερή άρκτος του ναού της Άρτεμης στη Μουνιχία, και διαδόθηκε πως η θεά θα… …

    Dictionary of Greek

  • 3 ἔμβαρον — ἔμβαρος of weighty sense masc/fem acc sg ἔμβαρος of weighty sense neut nom/voc/acc sg …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 4 ἐμβάρου — ἔμβαρος of weighty sense masc/fem/neut gen sg …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 5 Πειραιάς — Πόλη της Αττικής, το μεγαλύτερο λιμάνι της Ελλάδας, επίνειο των Αθηνών, από τα σημαντικότερα εμπορικά και βιομηχανικά κέντρα της χώρας και πρωτεύουσα της ομώνυμης νομαρχίας της περιφέρειας Αττικής. Ο δήμος Π. και οι δήμοι Αγίου Ιωάννη Ρέντη,… …

    Dictionary of Greek

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.