ἑτερο-πλανής

  • 1 ετεροπλανής — ἑτεροπλανής, ές (Α) αυτός που πλανιέται εδώ και εκεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + πλανής (πλανώμαι), πρβλ. α πλανής, πολυ πλανής] …

    Dictionary of Greek

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.