τάχει

  • 1 ταχέι — ταχέϊ , ταχύς swift masc/neut dat sg …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 2 τάχει — τάχος swiftness neut nom/voc/acc dual (attic epic) τάχεϊ , τάχος swiftness neut dat sg (epic ionic) τάχος swiftness neut dat sg …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 3 ταχεῖ — ταχύς swift masc/neut dat sg …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 4 ταχεῖ' — ταχεῖα , ταχύς swift fem nom/voc sg ταχεῖαι , ταχύς swift fem nom/voc pl …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 5 τάχος — το, ΝΜΑ [ταχύς] 1. ταχύτητα, γρηγοράδα, γοργότητα 2. φρ. α) «εν τάχει» (λόγ. τ.) γρήγορα, εσπευσμένα β) «όσον τάχος» (λόγ. τ.) όσο το δυνατόν πιο γρήγορα αρχ. 1. (στη δοτ.) τάχει ταχέως 2. (στην αιτ.) τάχος ταχέως 3. φρ. α) «διὰ τάχους» ή «εἰς… …

    Dictionary of Greek

  • 6 ИРИС —    • Iris,        1. ο̉ Ίρις, река в Понте, течет с Антитавра, начинаясь у Comana Pontica, сначала в западном, а затем в северо восточном направлении и наконец, приняв в себя справа Лик, изливается в Понт, к востоку от Амиса; н. Kasalmak, а в… …

    Реальный словарь классических древностей

  • 7 бързость — БЪРЗОСТ|Ь (11), И с. Быстрота, стремительность; поспешность: безаконьны˫а сво˫а стоуды покрыти крѣплѩашесѩ великою бързостию отълоучи ˫авѣ стыдъкоуоумоу и смрадьноуоумоу ожиданию. (συντομίᾳ) КЕ XII, 174а; опожде(н)е бо то луче е(с) и ч(c)тнѣe б҃у …

    Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • 8 быстрость — БЫСТРОСТ|Ь (3*), И с. Быстрота, поспешность: аще ли часты и краткы ||=твориши мл҃твы. врѣмѩ же все частотою въсприѥмлѩ. можеть цѣломоудръ быти оудобь. и ты мл҃твы твориши съ многою быстростию. никако же извѣта имѣи (μετὰ... τῆς νήψεως!) ПНЧ 1296 …

    Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • 9 Nassos Kedrakas — Nasos or Nassos Kedrakas Νάσος Κεδράκας Born November 21, 1915 Trikala Died August 25, 1981 Greece Occupation actor Athanasios (Nassos) Kedrakas (Greek: Νάσος Κεδράκας, November 21, 1915, Trikala August 25, 1981) was a Gre …

    Wikipedia

  • 10 CONVIVIALES Coronae — olim multo in usu. Et primo quidem, antequam luxus irrepsisset sollennium epularum, suam quisque coronam ad convivium ferebat; ut postquam sese plusculum invitâssent, eô sertô, tamquam annulô, munirent sese adversus mala instantia ebrietatis. Sic …

    Hofmann J. Lexicon universale

  • 11 ZELOTAE, a ZELO dicti sunt — His in veter. Hebraeorum Republ. ius erat, pro atrocitate in Numen Sanctissimum Populique sanctiora facinoris, peccantem, citra figuram iudicii, nedum in ius vocationem, statim obruere et morte mulctare. Misna, Qui sacrilegium commiserat (ex… …

    Hofmann J. Lexicon universale

  • 12 εν — (I) (AM ἐν, Α ποιητ. τ. ἐνί, εἰν, εἰνί) πρόθ. (με δοτ.) Ι. (για τόπο) 1. μέσα, εντός («νήσω ἐν ἀμφιρύτῃ», Ομ. Οδ.) 2. δηλώνει τη στάση σε τόπο («εν Αθήναις») 3. με κύρια ή προσηγορικά ονόματα ελλειπτικά με παράλειψη ουσ. (δόμοις, οίκω, μεγάρω,… …

    Dictionary of Greek

  • 13 εσπευσμένως — (ΑΜ ἐσπευσμένως) επίρρ. εν τάχει, γρήγορα, βιαστικά νεοελλ. επιπόλαια, αμελέτητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < εσπευσμένος, μτχ. παθ. παρακμ. τού σπεύδω] …

    Dictionary of Greek

  • 14 πορεύω — ΝΜΑ [πόρος] μέσ. πορεύομαι α) βαδίζω, οδοιπορώ, πηγαίνω κάπου («ὥστ ἐφ ἑνὸς πορεύονται σκέλους ἀσκωλίζοντες», Πλάτ.) β) πλέω διά θαλάσσης, ταξιδεύω (α. «βραδέως επορεύετο το σκάφος», Καλλιγ. β. «νέας τὰς ἀρίστας ἐπιλεξάμενος... ἐπορεύετο περὶ τὰ… …

    Dictionary of Greek

  • 15 σπεύδω — ΝΜΑ 1. κινούμαι γρήγορα προς μια κατεύθυνση (α. «μόλις τόν είδε, έσπευσε να τόν προϋπαντήσει» β. «μὴ εἶναι ἔνθα πάλαι σπεύδομεν», Ξεν. γ. «... ἔλαφος... διὰ δρυμὰ πυκνὰ καὶ ὕλην σπεύδουσ ἱδρώουσα», Ομ. Ιλ.) 2. είμαι έτοιμος ψυχικά,… …

    Dictionary of Greek

  • 16 συν — σύν ΝΜΑ, και ξὺν και βοιωτ. τ. σούν Α (κύρια μονοσύλλαβη πρόθεση, στη νεοελλ. κυρίως σε λόγια χρήση, η οποία συντάσσεται με δοτική) 1. μαζί, από κοινού (α. «συν γυναιξί και τέκνοις» β. «ἐπαιδεύετο σὺν τῷ ἀδελφῷ», Ξεν.) 2. με τη βοήθεια (α. «συν… …

    Dictionary of Greek

  • 17 υπέρκομπος — ον, Α αυτός που κομπάζει υπέρμετρα, ο υπέρμετρα αλαζόνας 2. (για πράγμ.) έξοχος, εξαίρετος («αἱ δ ὑπέρκομποι τάχει [νῆες]», Αισχύλ.). επίρρ... ὑπερκόμπως Α με ιδιαίτερα κομπαστικό, αλαζονικό τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + κομπος (< κόμπος [Ι]… …

    Dictionary of Greek

  • 18 ՎԱՂՎԱՂԱԿԻ — ( ) NBH 2 0774 Chronological Sequence: 12c մ. ταχέως, ταχίον, τάχιστα, τάχος, ἑν τάχει, διὰ τάχους cito, celeriter, celerius, citius, citissime ὁξέως velociter παραχρῆμα subito, e vestigio συντόμως concise. Վաղվաղ. փութանակի. ճեպով. իսկ եւ իսկ.… …

    հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • 19 ταχέ' — ταχέα , ταχύς swift neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ταχέα , ταχύς swift fem nom/voc sg (epic ionic) ταχέϊ , ταχύς swift masc/neut dat sg ταχέαι , ταχύς swift fem nom/voc pl (epic ionic) …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 20 ЕВАНГЕЛИЕ. ЧАСТЬ I — [греч. εὐαγγέλιον], весть о наступлении Царства Божия и спасении человеческого рода от греха и смерти, возвещенная Иисусом Христом и апостолами, ставшая основным содержанием проповеди христ. Церкви; книга, излагающая эту весть в форме… …

    Православная энциклопедия

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.