θυροκοπία

  • 1 θυροκοπία — θυροκοπίᾱ , θυροκοπία knocking at the door fem nom/voc/acc dual θυροκοπίᾱ , θυροκοπία knocking at the door fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 2 θυροκοπίᾳ — θυροκοπίᾱͅ , θυροκοπία knocking at the door fem dat sg (attic doric aeolic) …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 3 θυροκοπία — θυροκοπία, ἡ (Α) [θυροκόπος] το να χτυπά κάποιος τη θύρα …

    Dictionary of Greek

  • 4 θυροκοπικός — θυροκοπικός, ή, όν (Α) [θυροκόπος] 1. αυτός που αναφέρεται στη θυροκοπία* 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ θυροκοπικόν τραγούδι με αυλό μπροστά σε θύρα …

    Dictionary of Greek

  • 5 θύρα — Άνοιγμα των εξωτερικών ή των εσωτερικών τοίχων ενός κτιρίου ή ενός τείχους, που επιτρέπει τη διάβαση ανθρώπων ή οχημάτων και συνήθως κλείνεται με ένα ή περισσότερα θυρόφυλλα. Στην αρχαιότητα η θ. ήταν χώρος ιερός ή μαγικός, γι’ αυτό και οι θ. των …

    Dictionary of Greek

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.