ζυγά

  • 1 ζυγά — ζυγά̱ , ζυγή pair fem nom/voc/acc dual ζυγά̱ , ζυγή pair fem nom/voc sg (doric aeolic) ζυγόν yoke neut nom/voc/acc pl …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 2 ζυγά — τα τα ζύγια, τα σταθμά. επίρρ... ζυγά ζυγά ζευγαρωτά, δυο δυο, κατά ζεύγη …

    Dictionary of Greek

  • 3 ζυγά — [зига] επίρ. попарно …

    Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • 4 ζύγ' — ζυγά̱ , ζυγή pair fem nom/voc/acc dual ζυγά̱ , ζυγή pair fem nom/voc sg (doric aeolic) ζυγαί , ζυγή pair fem nom/voc pl ζυγί , ζυγίς fem voc sg ζυγά , ζυγόν yoke neut nom/voc/acc pl ζυγέ , ζυγόν yoke masc voc sg ζυγέ , ζυγός yoke masc voc sg …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 5 ζυγάς — ζυγά̱ς , ζυγή pair fem acc pl …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 6 ζυγό — το (Α ζυγόν) 1. ό,τι ζευγνύει, ό,τι συνδέει δύο σώματα 2. ο ζυγός άμαξας ή αρότρου, το ξύλο που προσαρμόζεται σταυροειδώς στον ρυμό τού αρότρου ή τής άμαξας, στο οποίο ζεύονται τα άλογα, τα βόδια ή άλλα υποζύγια 3. ναυτ. συν. στον πληθ. α) κάθε… …

    Dictionary of Greek

  • 7 ζυγός — ή, ό 1. άρτιος: Ζυγός αριθμός. 2. διπλός: Τώρα που παντρεύτηκε έγινε ζυγός. 3. επίρρ., ζυγά: Παίζουν μονά ζυγά. 4. «ζυγά ζυγά», δύο δύο: Τα τρυγόνια πάνε ζυγά ζυγά. ο 1. ζυγαριά, παλάντζα, πλάστιγγα, καντάρι: Στα φαρμακεία χρησιμοποιούν ζυγούς… …

    Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • 8 ζυγός — Συσκευή με την οποία μπορούμε να κρίνουμε την ισορροπία μεταξύ μιας γνωστής δύναμης και μιας άγνωστης για να οδηγηθούμε έτσι από τη γνώση του μεγέθους της μίας στον προσδιορισμό του μεγέθους της άλλης. Με την πιο κοινή έννοια, στον όρο ζ.… …

    Dictionary of Greek

  • 9 μονός — ή, ό (Μ μονός, ή, όν) (για αριθμό) αυτός που δεν μπορεί να διαιρεθεί διά τού δύο, περιττός, σε αντιδιαστολή προς τον άρτιο, τον ζυγό νεοελλ. 1. αυτός που αποτελείται από ένα μόνο στοιχείο, απλός, μονομερής («μονή κλωστή») 2. (για άνθος) αυτός που …

    Dictionary of Greek

  • 10 CHORUS — I. CHORUS pars Comediae, una ex accessoriis, inter actum et actum: vel pars est, post actum introducta cum concentu. Dicebatur autem sic primo, multitudo canentium saltantiumque cum tibicine: idque antiquitus circa aras Deûm, Virg. aen. l. 6. v.… …

    Hofmann J. Lexicon universale

  • 11 πλοίο — Με τον όρο αυτό υποδηλώνεται γενικά κάθε αυτοκινούμενο πλωτό μέσο, που έχει διαστάσεις μεγαλύτερες από της λέμβου και προορίζεται για εμπορικούς (κυρίως μεταφορά εμπορευμάτων και επιβατών), πολεμικούς (επιφανειακές και υποβρύχιες πολεμικές… …

    Dictionary of Greek

  • 12 ХОР —    • Chorus,          χορός, означает собственно определенное место для танцев (отсюда εύρύχορος как эпитет городов у Гомера) и, по всей вероятности, родственно с χόρτος, hortus. Потом это слово означало:        1. всякое большее или меньшее… …

    Реальный словарь классических древностей

  • 13 НАВИГАЦИЯ —    • Navigatio,          ναυτιλία. Мореплавание достигло у греков, которые самой природой были направлены на морскую стихию, уже рано известной степени совершенства. Гомеровский корабль (ср. Autenricht, hom. Wörterbuch и Fridrichs, hom. Realien,… …

    Реальный словарь классических древностей

  • 14 Nikitas Platis — Νικήτας Πλατής Born 1912 Amorgos, Greece Died November 14, 1984 Greece Occupation actor Nikitas Platis (Greek: Νικήτας Πλατής, 1912 in Amorgos November 14, 1984 in Athens) was a Greek actor in theater and movi …

    Wikipedia

  • 15 Экселигма —    • Έξελιγμός.          В греческом войске гоплитов (фаланге) в первых рядах стояли лучшие воины; чем больше назад, тем они были слабее и имели назначение не столько сражаться, сколько усиливать натиском толчок фаланга. Поэтому в случае, когда… …

    Реальный словарь классических древностей

  • 16 AURO Vinctum Palladium — apud Ael. Lamprid. in Vita Heliogabali, c. 6. Haec quum ita essent, signum tamen, quod Palladium esse credebat, abstulit: et aurô vinctum in sui Dei templo locavit: est deauratum, quod Graeci dicunt χρυσένδετον, unde vasa chrysendeta, ad verbum,… …

    Hofmann J. Lexicon universale

  • 17 LUDUS, a LYDIS — qui ex Asia transvenae, Duce Tyrrheno, cum fratri suo regni contentione cederet, in Hetruria consederint, ibique inter ceteros ritus superstitionum suarum spectacula quoque religionis nomine instituerint, quibusdam dictus videtur. Varro Ludos a… …

    Hofmann J. Lexicon universale

  • 18 MESYMNIUM — Graece Μεσύμνιον, inter veras Tragoediae partes. Cum enim Chorus ad quindenos esset Aeschylo reductus, sioque essent paria et ζυγὰ quina, ex ternis versibus: is qui cantum incipiebat, κορυφαῖος, proximus παραςτάτης, tertius τριτοςτάτης, dicebatur …

    Hofmann J. Lexicon universale

  • 19 NUX — a nuceris, quod a Graeco μύκηρος, converso M. in N. secundum Voss. de Secient. Mathem. c. 6. §. 1. Varroni et Isidoro a nocendo dicta est: Aliis Syriacam vocem esse, et ex luz, L. in N. mutatô, vel ex Hebr. Gap desc: Hebrew i. e. Corylus,… …

    Hofmann J. Lexicon universale

  • 20 PAR Impar — inter ludorum puerilium genera, memoratur Horatio, Sermon. l. 2. Sat. 3. v. 247. Aedificare casas, plostello adiungere mures, Ludere par impar, equitare in arundine longa, Si quem delectat barbatum, amentia verset. Imo et Principes viros hôc… …

    Hofmann J. Lexicon universale

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.