δούκας

  • 1 δούκας — I Επώνυμο οικογένειας βυζαντινών αξιωματούχων από την Παφλαγονία της Μικράς Ασίας. 1. Αλέξιος Ε’ ο Μούρτζουφλος. Βλ. λ. Αλέξιος. Όνομα αυτοκρατόρων. 2. Ανδρόνικος (9ος 10ος αι.). Κατηγορήθηκε ότι έλαβε μέρος σε συνωμοσία εναντίον του αυτοκράτορα… …

    Dictionary of Greek

  • 2 δούκας — ο θηλ. ισσα 1. κληρονομικός ηγεμόνας μικρού ανεξάρτητου κράτους στη μεσαιωνική Ευρώπη. 2. τίτλος ευγένειας …

    Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • 3 Δούκας, Νεόφυτος — (Άνω Σουδενά Ζαγορίου 1760 – Αθήνα 1845). Διδάσκαλος του Γένους. Χειροτονήθηκε ιερέας σε νεαρή ηλικία και έλαβε τη στοιχειώδη μόρφωση στο σχολείο του Μετσόβου. Αργότερα, εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι (1786) και μαθήτευσε κοντά στον δάσκαλο Λάμπρο …

    Dictionary of Greek

  • 4 Δούκας, Στρατής — (Μοσχονήσια 1895 – Αθήνα 1983). Λογοτέχνης. Αποφοίτησε από το γυμνάσιο Κυδωνιών. Στη συνέχεια φοίτησε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά διέκοψε τις σπουδές του εξαιτίας της κήρυξης του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Μετά το κίνημα της… …

    Dictionary of Greek

  • 5 Δούκας, Δημήτριος — (Χάνδακας, Κρήτη 1480 – Ρώμη 1527;). Λόγιος και εκδότης. Υπήρξε πρωτεργάτης της αναγέννησης των κλασικών σπουδών στην Ισπανία. Για τα νεανικά χρόνια και τις σπουδές του δεν υπάρχει σχεδόν κανένα στοιχείο. To 1508 9 αναφέρεται ως στενός συνεργάτης …

    Dictionary of Greek

  • 6 Δούκας, Έκτωρ — (Σμύρνη 1886 – Αθήνα 1960). Ζωγράφος. Σπούδασε στη Βενετία, στο Μόναχο και στο Παρίσι. Το 1907 εγκαταστάθηκε στο Μόναχο, όπου το 1913 τιμήθηκε στη διεθνή έκθεση της πόλης. Διακρίθηκε για τις προσωπογραφίες και τα τοπία του. Διακόσμησε το… …

    Dictionary of Greek

  • 7 Δούκας, Ιωάννης — (Αργυρόκαστρο 1841 – Αθήνα 1916). Ζωγράφος. Σπούδασε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και αργότερα εγκαταστάθηκε διαδοχικά στη Βιέννη και στη Μασσαλία. Συμμετείχε σε εκθέσεις στην Αθήνα και στο Παρίσι. Ασχολήθηκε κυρίως με προσωπογραφίες …

    Dictionary of Greek

  • 8 Δούκας, Λουκάς — (Αθήνα 1890 – 1925). Γλύπτης. Σπούδασε στην Αθήνα και μετεκπαιδεύτηκε στο Παρίσι και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Τιμήθηκε με εύφημο μνεία στο Σαλόν του Παρισιού το 1923 για το έργο του Σάτυρος. Μεταξύ των έργων του διακρίνονται τα εξής: Κάιν,… …

    Dictionary of Greek

  • 9 Δούκας, Μιχαήλ — (18ος αι.).Λόγιος. Καταγόταν από τη Σιάτιστα. Έζησε στη Βιέννη, όπου παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας. Μετέφρασε πολλά βιβλία από τα γερμανικά, αλλά τη δραστηριότητά του ανέκοψε η απέλασή του από τις αυστριακές αρχές, με την κατηγορία της… …

    Dictionary of Greek

  • 10 Δούκας, Πέτρος — (Αθήνα 1952 –). Οικονομολόγος. Σπούδασε οικονομικά και διεθνείς σχέσεις στο πανεπιστήμιο Τζορτζ Ουάσιγκτον. Ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο πανεπιστήμιο Κολούμπια και έλαβε τον διδακτορικό του τίτλο από το πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Από… …

    Dictionary of Greek

  • 11 Μάρλμπορο, Τζον Τσόρτσιλ, δούκας του- — (John Churchill duke of Marlborough, Μάσμπερι, Ντεβονσάιρ 1650 – Κράνμπερν Λοτζ, Γουίντσορ 1722). Άγγλος στρατιωτικός και πολιτικός. Αρχικά ήταν οπαδός των Στιούαρτ και στη συνέχεια τέθηκε στο πλευρό του Γουλιέλμου της Οράγγης. Πολέμησε εναντίον… …

    Dictionary of Greek

  • 12 Αβρουζίων, Δούκας των- — (Duca degli Abruzzi, Μαδρίτη 1873 – Σομαλία 1933). Ιταλός ναύαρχος και εξερευνητής. Μια από τις σημαντικότερες εξερευνητικές αποστολές του ήτανστον Αρκτικό ωκεανό το 1900, οπότε μια περίπολος, με επικεφαλής τον ίδιο, έφτασε σε βόρειο πλάτος 86°… …

    Dictionary of Greek

  • 13 Μονμορανσί-Μπουτβίλ, Φρανσουά Ανρί ντε-, δούκας του Λουξεμβούργου — (Francois Henri de Montmorency – Bouteville Παρίσι 1628 – Βερσαλίες 1695). Γάλλος στρατιωτικός. Ξεκίνησε τη στρατιωτική του καριέρα ως υπασπιστής του πρίγκιπα του Κοντέ, κερδίζοντας τον βαθμό του υποστράτηγου στη μάχη του Λαν (1648). Στη συνέχεια …

    Dictionary of Greek

  • 14 Μπερί, δούκας του- — (Duc de Berry, 1778 – Παρίσι 1820). Γάλλος πρίγκιπας. Ήταν δευτερότοκος γιος του κόμη ντ’ Αρτουά (Κάρολος Ι’) και της Μαρίας Θηρεσίας της Σαβοΐας. Το 1789 έφυγε από τη Γαλλία και κατετάγη στον στρατό του Κοντέ. Το 1801 εγκαταστάθηκε στην Αγγλία,… …

    Dictionary of Greek

  • 15 Οσούνα, δούκας του- — (Pedro Tellez Giron, τρίτος δούκας του Οσούνα, Οσούνα 1574 – Μαδρίτη 1624). Ισπανός λόγιος, στρατιωτικός και πολιτικός. Μετά τις λαμπρές σπουδές του στη Σαλαμάνκα, υπηρέτησε στη Φλάνδρα, όπου διακρίθηκε κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις των Ισπανών …

    Dictionary of Greek

  • 16 Υόρκης, δούκας — (Duke of York). Βλ. λ. Γιορκ, δούκας του …

    Dictionary of Greek

  • 17 Άλμπα, Φερδινάνδος Αλβαρέθ του Τολέδο δούκας της, — (duque de Alba, Fernando Alvarez de Toledo, Πιεντραχίτα, Άβιλα 1508 – Λισαβόνα 1582). Ισπανός πολιτικός και στρατηγός. Η μορφή του είναι στενά συνδεδεμένη με την πολιτική, το περιβάλλον και το πρόσωπο του Φιλίππου B’ της Ισπανίας, του οποίου… …

    Dictionary of Greek

  • 18 Ανγκιέν, δούκας του- — (Louis Antoine Henri de Bourbon Conde, duc d’ Enghien, 1772 – 1804).Γιος του Λουδοβίκου Ερρίκου και της Λουίζας της Ορλεάνης, έφυγε στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια της Γαλλικής επανάστασης (1789). Υπηρέτησε στον στρατό του παππού του Κοντέ και… …

    Dictionary of Greek

  • 19 Βαντόμ, Λουί Ζοζέφ, δούκας ντε- — (Louis Joseph, duc de Vendôme, Παρίσι 1654 – Βιναρόθ, Ισπανία 1712). Γάλλος στρατηγός. Εγγονός του Σεζάρ, δούκα της Β. και προπάτορα του ομώνυμου βασιλικού κλάδου. Στις αρχές της σταδιοδρομίας του πολέμησε στην Ολλανδία (1672) και μετά από τρία… …

    Dictionary of Greek

  • 20 Γιορκ, δούκας του- — (duke of York). Ένας από τους κυριότερους αγγλικούς τίτλους ευγενείας του 14ου και του 15ου αι. Τον έφεραν τα μέλη της βασιλικής οικογένειας. Πρώτος κάτοχός του ήταν ο Εδμόνδος του Λάνγκλεϊ, γιος του Εδουάρδου Γ’. Από την εποχή των Στιούαρτ τον… …

    Dictionary of Greek

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.