δεκάκλινος

  • 1 δεκάκλινος — η, ο (AM δεκάκλινος, ον) αυτός που χωράει δέκα κρεβάτια («δεκάκλινος θάλαμος», «δεκάκλινος στέγη») αρχ. εκείνος που έχει μήκος δέκα κρεβατιών («κρήνη δεκάκλινος») …

    Dictionary of Greek

  • 2 δεκάκλινος — δεκάκλῑνος , δεκάκλινος holding ten dinner couches masc/fem nom sg …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 3 δεκάκλινον — δεκάκλῑνον , δεκάκλινος holding ten dinner couches masc/fem acc sg δεκάκλῑνον , δεκάκλινος holding ten dinner couches neut nom/voc/acc sg …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 4 δέκα — Άκλιτο, απόλυτο αριθμητικό (10). δέκα . Πρώτο συνθετικό λέξεων, που χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό πολλαπλών μονάδων, των οποίων η πολλαπλότητα είναι ίση με 10. Συμβολίζεται διεθνώς με da (π.χ. 1 dam = 10 μ.). Στην οργανική χημεία, ως πρώτο… …

    Dictionary of Greek

  • 5 δεκακλίνῳ — δεκακλί̱νῳ , δεκάκλινος holding ten dinner couches masc/fem/neut dat sg …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.