αἰψηροκέλευθος

  • 1 αιψηροκέλευθος — αἰψηροκέλευθος, ον (Α) αυτός που κινείται βίαια, γρήγορα, ο ορμητικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰψηρὸς + κέλευθος] …

    Dictionary of Greek

  • 2 αἰψηροκέλευθος — swift speeding masc/fem nom sg …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 3 αἰψηροκέλευθον — αἰψηροκέλευθος swift speeding masc/fem acc sg αἰψηροκέλευθος swift speeding neut nom/voc/acc sg …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 4 αιψηρός — αἰψηρός, ά, όν (Α) 1. γρήγορος, ορμητικός, ταχύς, βιαστικός 2. αυτός που επιτυγχάνεται, που συντελείται μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἶψα. ΣΥΝΘ. αρχ. αἰψηροκέλευθος] …

    Dictionary of Greek

  • 5 κέλευθος — κέλευθος, ἡ, ο πληθ. και κέλευθα, τὰ (Α) 1. δρόμος, οδός, ατραπός 2. πορεία, οδοιπορία, ταξίδι σε στεριά ή θάλασσα 3. μτφ. ο ανοιχτός δρόμος ενέργειας, ο τρόπος πράξης («ἔργων κέλευθον ἄν καθαράν», Πίνδ.) 4. μακρινό ταξίδι, μεγάλη απόσταση… …

    Dictionary of Greek

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.