αἰθιοπικῆς

  • 1 Αἰθιοπικῆς — Αἰθιοπικός Burnt face fem gen sg (attic epic ionic) …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 2 Αιθιοπία — Κράτος της ανατολικής Αφρικής.Συνορεύει στα Β και στα Δ με το Σουδάν, στα Ν με την Κένυα, στα ΝΑ με τη Σομαλία και στα ΒΑ με το Τζιμπουτί και την Ερυθραία.Μετά την απόσπαση της Ερυθραίας (1993), η Α. (αιθιοπ. Γιατγιόπια Μανγκουίστ) δεν έχει πλέον …

    Dictionary of Greek

  • 3 Αίγυπτος — I Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ… …

    Dictionary of Greek

  • 4 ναβούς — ναβοῡς, ὁ (Α) καμηλοπάρδαλη. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για λ. αιθιοπικής προέλευσης] …

    Dictionary of Greek

  • 5 ράς — ο, Ν 1. κεφαλή, ηγεμόνας ή φύλαρχος στην Αιθιοπία 2. (στην Αιθιοπία) τιμητικός τίτλος που προηγείται τού κύριου ονόματος, όπως λ.χ. Ρας Τάφαρι, Ρας Αμπέμπε. [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. αιθιοπικής προέλευσης] …

    Dictionary of Greek

  • 6 τρωγλοδύτις — ιδος, ἡ, Α τρωγλῑτις*. [ΕΤΥΜΟΛ. < Τρωγλοδύτης* + κατάλ. ις, ιδος. Πρόκειται για είδος μύρου αιθιοπικής προέλευσης (βλ. και λ. τρωγλῖτις)] …

    Dictionary of Greek

  • 7 αιθιοπική φυλή — Ανθρώπινη φυλή των υποτροπικών, που προήλθε από αρχαίες επιμειξίες ευρωπιδών με στοιχεία της μαύρης φυλής. Η α.φ. κατέχει κυρίως το αιθιοπικό οροπέδιο, την Ερυθραία και τη Σομαλία, χωρίς ωστόσο να υπάρχει καθαρό όριο ανάμεσα σε αυτήν και στους… …

    Dictionary of Greek

  • 8 Αντίς Αμπέμπα — (Addis Abeba). Πόλη (2.639.000 κάτ. το 2002) και πρωτεύουσα της Αιθιοπίας. Η ανάπτυξή της είναι πρόσφατη· όταν το 1896 o Μενελίκ την όρισε πρωτεύουσα, δεν ήταν παρά ένα μικρό χωριό στην εύφορη περιοχή Σιοά, στην καρδιά του αιθιοπικού οροπεδίου.… …

    Dictionary of Greek

  • 9 Αφρική — Μία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται στο ανατολικό ημισφαίριο, στα νότια της Ευρώπης και στα δυτικά της Ασίας. Μολονότι αποτελεί μέρος, μαζί με την Ευρώπη και την Ασία, της Αρχαίας Ηπείρου, η απέραντη αυτή ήπειρος διαφέρει ουσιαστικά από αυτές,… …

    Dictionary of Greek

  • 10 Βυζαντινή αυτοκρατορία — I Β.α., ή αλλιώς Μεταγενέστερο Ρωμαϊκό ή Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, αποκαλείται συμβατικά το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πρωτεύουσα του τμήματος αυτού, που μετά την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους συνέχισε περίπου για έντεκα… …

    Dictionary of Greek

  • 11 Γκαλατίνα — (Galatina). Πόλη (28.000 κάτ. το 2002) της Ιταλίας, σε απόσταση 20 χλμ. από το Λέτσε. Η πόλη είναι γνωστή από την αρχαία εποχή και πολλοί κάτοικοί της μιλούν έως σήμερα μία ελληνική διάλεκτο. Η Γ., που είναι κέντρο μεγάλης οινοπαραγωγικής… …

    Dictionary of Greek

  • 12 Γρηγέντιος — (Μιλάνo τέλη 5ου – αρχές 6ου αι. μ.Χ.).Κληρικός.Ονομάστηκε άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας και ισαπόστολος της Αιθιοπικής, ενώ διετέλεσε επίσκοπος Τάφρων στη χώρα των Ομηριτών (Υεμένη) από το 535 έως το 552. Χειροτονήθηκε επίσκοπος στην… …

    Dictionary of Greek

  • 13 Σαβάκων ή Σαβακώς — Αρχαίος βασιλιάς της Αιγύπτου (715 703). Ήταν γιος του Κάστα, αιθιοπικής καταγωγής και ιδρυτής της KE’ Φαραωνικής δυναστείας. Αμέσως μετά τη στέψη του οργάνωσε πολεμική επιχείρηση εναντίον των φεουδαρχών της Αιγύπτου. Αποκατάστησε στη συνέχεια… …

    Dictionary of Greek

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.